Samstag, Jänner 09, 2010

ΟΡΙΑ



Ο ουρανός είναι γαλάζιος, το νερό είναι υγρό και οι άνθρωποι έχουν μυστικά.
Κρυφά όρια.
Οι άντρες και οι γυναίκες που αγαπάμε πάντα τα δοκιμάζουν. Να δουν μέχρι πού μπορούμε να φτάσουμε. Ποιο είναι το τέρμα της έκτασής τους. Όσο πιο πολλά αποδεχόμαστε, τόσο μεγαλώνει η αλαζονεία τους, σαν κύτταρα που πολλαπλασιάζονται και αλλοιώνονται.
Καρκίνος.
Αν τους δώσεις την ευκαιρία θα σε καταναλώσουν. Είμαστε το ναρκωτικό και είναι οι πελάτες μας.Το εγώ μας πάσχει από βουλιμία, βλέπεις… Καταπίνει ό,τι βρει μπροστά του για να το ξεράσει λίγο αργότερα αφήνοντας τη στυφή γεύση του στο στόμα.

Όταν τα συναντούν –το μυστικό κάθε ανθρώπου βρίσκεται στα όριά του –, δεν μπορούν να το πιστέψουν. Ανοίγει η γη και τους καταπίνει. Σαν να τραβάς το χαλί κάτω απ΄ τα πόδια του αυτοκράτορα…

Αν είσαι έξυπνος, δεν θα τα ξαναπεράσεις.
Ειδάλλως, το μόνο που θα μείνει από σένα, sweetheart, είναι μια νύχτα που ξεγλιστράει, ένας συνδυασμός που ξεκλειδώνει την πόρτα και η ανάμνηση ενός νεκρού.

Dienstag, Dezember 22, 2009

ESCORTS


Der Russe am gegenüber liegenden Tisch ist eklig wie alle Dicken. Sein Freund ist schlank und hustet, als hätte er Tuberkulose. Sie trinken und rauchen – trinken, rauchen und lachen. Je länger, um so frecher werden sie. Selbst in einer Sprache, die du nicht verstehst, bleibt ein vulgärer Inhalt nicht verborgen. Sogar ein Kind würde verstehen. Die Schale der unbekannten Wörter verdeckt deren Sinn nicht.
Die Rothaarige steht auf und setzt sich dem Blassen auf den Schoss, der ihr die Zunge in den Mund steckt, um das Geheimnis eines bezahlten Kusses zu entdecken. Die Blonde – ein nichtssagendes Gesicht, seelenlose Augen – setzt sich anständig auf ihren Sessel, die Hand des Dicken um ihre Schulter gelegt.
Ich esse kleine Bissen von meinem Essen, Wolfsbarschfilet mit Proscutto und Kartoffelpüree mit Trüffeln und beobachte die zwei Frauen. Sie sehen aus, als würden sie sich amüsieren. Ich glaube ihnen nicht, weil es sich um gekaufte Escort-Mädchen handelt, die am Ende der Nacht mit den beiden Männern schlafen werden – in einer Nacht der Lüge und falschen Leidenschaft.

Ich gehe durch verschiedene Stadien hindurch, bevor ich zugebe, dass ich eifersüchtig bin. Auf die? Ja, auf diese Kunden. Eine einfache Vereinbarung führt zu einer Nacht voller Gelächter und Vergnügen, und am nächsten Tag kehren sie zurück zu ihrer Arbeit, ihren Kindern und zu ihren rechtmäßigen Ehefrauen.
Manchmal bin ich eifersüchtig auf die jenigen, die Ihr Leben mit Zynismus führen können, nackt von Gefühlen und Sehnsucht – während ich mich tief in mich eingeschlossen fühle, wie eine Flasche bereit zum überfließen.
Die Kellner sind jung und hübsch, von alter Facon wie alle Kellner in Wien. Sie tauschen in regelmäßigen Abständen unseren Aschenbecher aus, was mich nervt, weil ich mehr rauchen als essen will. Wir zahlen eine absurde Summe und gehen hinaus in die saubere, erleichtend kühle Luft.

Einige Meter weiter betraten wir eine Bar, die ein bisschen Milieu ist. Ein Wort, das auf unbestimmte Weise mit den Außenseiter unserer Gesellschaft zu tun hat. Die Musik ist eine Überraschung. Aus den Lautsprechern hört man „Downtown Train“ von Tom Waits. – Ja, hier werde ich wieder herkommen. – Es ist ein Lieblingslied, das mich an jemanden erinnert, dessen Gedanken mit meinen zu einer geistigen Übereinstimmung kamen – ab und zu. Immerhin!
Ich bestelle mein Getränk. „Ein Bananenliqeur ohne Eis, bitte.“ Soll ich mich etwa dafür genieren!
Mir gegenüber setzt sich ein Mann an die Bar, gut aussehend wie Daniel Day Lewis – gemeinsam mit jemandem, der ein Hawai-Hemd trägt und einen langen Zopf hat. Neben mir, F. Er trägt die schönste Herrenuhr, die ich in letzter Zeit sah: Bell & Ross. Er hat die Fähigkeit seine eigenen Sehnsüchte durch den Kauf teurer Uhren und Autos zu verleugnen. – „Gibt’s auch Modelle für Frauen?“ – Wahrscheinlich nicht.
Aus irgendeinem Grund, erinnert mich der Ort an das Kabarett „Renz“, wo ich vor Jahren hingegangen bin. Die Wände waren grün tapeziert mit plastisch hervortretenden Blümchen und Photographien von Wiener Pin-ups mit schwarzem Lidstrich und Bananenfrisuren. Eine Öffnung in der Wand hinter uns war von einem vergoldeten Rahmen eingefasst und mit einem plissierten Stoff verhängt. Hättest du den Stoff zur Seite geschoben, wäre dein Blick in einen dunklen Raum gefallen.

Ich blicke weiter um mich, immer etwas suchend und noch nicht wissend was. Immer diese Sehnsucht nach etwas, das ich gelebt oder nicht gelebt habe, ich weiß es nicht mehr. Nach etwas, das nicht geschehen wird, etwas, das geschehen könnte. (Schau mich an, damit ich dich anschau’ und so die Zeit verrinnt.) Alles verändert sich ständig, nur das bleibt das Selbe. Diese Hure, die Sehnsucht nach dem anderen, im ständigen Wandel mit einem Enthusiasmus, der, wenn du ihn nicht teilen kannst, seinen Wert verliert.
Sehnsucht, die du dir so eng anschnallst, dass du nicht mehr atmen kannst. Sehnsucht, immer kritisch und ironisch, um meine Schultern gelegt wie ein abgetragenes Kleidungsstück.

Die Gier, den Instinkt des Jägers, die Immunität gegen die Verdorbenheit, fallen und wieder aufstehen – all das lernst du. Aber den Zynismus, der dich verstehen lässt zu nehmen, was du willst, den hast du entweder, oder du hast ihn nicht. Und wenn du ihn nicht hast, wirst du zum Begleiter des Lebens, statt zum Kunden. Wie eine Frau, die nach der Arbeit nach Hause zurückkehrt und aufs Bett fällt, die Augen schließend im dunklen Zimmer voller Geister.


Übersetzung aus dem griechischen: Georg Traska

Freitag, Dezember 18, 2009

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΑΡΧΙΖΕΙ ΤΟ ΜΠΛΕ



Έρχονται οι φορές που με πιάνει μια αρρώστια, να δίνω μία και να καταστρέφω ό,τι πάει καλά στη ζωή μου. Ποτέ μου δεν την κατάλαβα. Το μόνο που ξέρω είναι πως έχει συγκεκριμένες φάσεις, σαν το φεγγάρι.
Σήμερα όμως είχα τους λόγους μου. (Κάποτε θα ξεχαστούν κι αυτοί… Πάντα ξεχνιούνται…)
*
Ανοίγω την μπαλκονόπορτα. Χιόνι.
Ο τόπος που ζούμε μας ενοχλεί γιατί αντικατοπτρίζει τις αδυναμίες μας, έγραψα πρόσφατα. Τις αδυναμίες ή τους φόβους μας;
Τους φόβους μας. Τους πιο πρωτόγονους. Το σκοτάδι. Τα φαντάσματα.
*
Τα φώτα στην αλέα έχουν ανάψει. Τρεμοπαίζουν. Τροχιές που λάμπουν σ΄ ένα σκοτεινό σύμπαν.
Ο παγωμένος αέρας με τραβάει μαζί του λες κι είμαι προέκταση του δάσους… Η σιωπή αναπνέει γύρω μου και ξέρω πως κάτι θα συμβεί, το νιώθω να μεγαλώνει μέσα μου. Είμαι βέβαιη πως θα τα χαλάσω όλα. Λόγοι-ξελόγοι.

Κάπου εκεί ξεκινάει το μπλε…
*
Ανέπνευσα βαθιά τόσες φορές που ελάφρυνε το κεφάλι μου, μέχρι που σκέφτηκα, πως πάει… Πέθανε η λύπη μου. Λες κι οι ανάσες μου της είχαν σπάσει το λαιμό.
Μα μόλις ξαναμπήκα μέσα, επέστρεψε.
*
„Μ΄αρέσουν τα γονίδιά σου“
„Κι εμένα τα δικά σου“
Ό,τι πιο σέξυ μπορεί να πει κανείς στις μέρες μας.

Αλλά δεν γίνεται. Δεν γίνεται να τα μπλέξετε. Διότι φυσικά και δεν μπορείς να καταλαμβάνεις όλο το χώρο στο μυαλό κάποιου. Όμως είναι ένας τόσος δα συγκεκριμένος χώρος, μοναχικός και χωρίς ταίρι, που αν δεν τον πιάνεις εσύ και μόνον εσύ… τότε… άστο καλύτερα…
*
Δεν μπορώ να μείνω, δεν μπορώ να φύγω.
Σαν να κάθεσαι στην άκρη μιας γέφυρας και να λες θα πέσω -δεν θα πέσω, θα πέσω-δεν θα πέσω, θα πέσω- δεν θα πέσω -θα.


Photo: Ελένη Πυργιώτη. Φίλη. Ξεχωριστή.

Samstag, Dezember 05, 2009

ΠΑΝΤΑ ΕΚΕΙ



Το φως του ήλιου περνάει μέσα από τα μισάνοιχτα παραθυρόφυλλα βρίσκοντάς με να κλαίω. Μόρια σκόνης κατακάθονται απαλά στο δέρμα μου.
Οι ωραίες μέρες με τσακίζουν, ρίχνουν τα μάγια τους και με καλύπτουν με κύματα προσμονής κι ελπίδας, παγίδες γλυκές σαν χάδι ανάμεσα στους μηρούς, σαν απαλό γλείψιμο στ΄ αυτί…

Αναγκάζομαι να βγω έξω. Να δουλέψω και να κινηθώ σε μια πόλη που θυμίζει γήπεδο που δεν γίνεται παιχνίδι, μια έρημο από κρυφούς, ανικανοποίητους πόθους.

Η νύχτα πέφτει, ένας άντρας σέρνει το ποδήλατό του έξω από ένα νεκροταφείο. Νιώθω την πυκνή ομίχλη των προαστείων να εισχωρεί στο λαιμό μου σαν άγριο ζώο που ψάχνει καταφύγιο.
Ταιριάζει στη Βιέννη η μελαγχολία, η μοναξιά. Της ταιριάζει όπως η περούκα στις μαύρες τραγουδίστριες.
*
Ακούω Soulsavers δαγκώνοντας τα νύχια μου. Μπήζω ξανά τα κλάματα, αδύναμη σαν παιδί. Κοιτάζω την αντανάκλασή μου στο τζάμι, ο ναρκισσισμός μου με κάνει να αισθάνομαι όμορφη και τραγική. Είμαστε αστεία πλάσματα οι άνθρωποι.
Θυμάμαι πως γελούσα λίγο πριν, μα το γέλιο μετατράπηκε σε κλάμα σταδιακά, ίσως γιατί ποτέ δεν ήταν γέλιο…
Μήνες είχα να κλάψω. Μα όταν άρχισα, δυσκολεύτηκα να σταματήσω. Μπορείς να λουστείς στην ίδια σου την παρακμή, ξέρεις…

Στο μυαλό μου συναντιώνται το γκόθικ και ο Σέλλεϋ, ο Φώκνερ και η Κάρτερ, ο Μπράουνερ κι ο Μπαλζάκ, psychedelic, fuzz, noise, drone, space trip, funk, blues και electronica. Αναζητώ μια σοκολάτα -πάντα θέλω σοκολάτα, ό,τι κι αν κάνω-.
*
Μέσα σ΄ ένα χρόνο μυστικών, έμαθα πως ορισμένα πράγματα παραμένουν ίδια.
Η εφηβική επαναστατικότητα… Με την έννοια όχι τού να μάχεσαι ενάντια σε κάτι, αλλά του να μην το δέχεσαι… Η οργή… Η γεμάτη πίσσα ανάσα… Ο ιδρώτας τις νύχτες… Το να κάνεις πράγματα που δεν θέλεις… Γιατί το θέλεις… Να μετατρέπεσαι σε trouser arouser… Να αντιμετωπίζεις τους ανθρώπους με αδιαφορία και ψυχρότητα που εξοργίζει, γιατί είναι αυθεντική…

Μα πάνω απ΄όλα
αυτό που δεν αλλάζει
όσα χρόνια κι αν περάσουν
είναι
η νοσταλγία για το „άλλο“.

Την έβαλα ανάμεσα στα στήθη μου..
την ένιωσα …
την αγάπησα…

γλίστρησε μια μέρα στη ζωή μου
κι έμεινε εκεί.

Freitag, Oktober 23, 2009

TOO LONG...



I’ ve been loving you…
too long…


Δεν υπάρχει «too long» -λέει-…

Κι όμως, υπάρχει.

Οι γυναίκες, βλέπεις, γεννιόμαστε αφελείς. Ακόμα και στην κούνια είμαστε αφελείς, περιμένοντας τη μαμά να μας ταίσει, ενώ εκείνη μαγειρεύει για το μπαμπά προσπαθώντας να κερδίσει τον έρωτά του, που κάποιος κάποτε της είπε, πως περνάει απ’ το στομάχι…
Κι έρχεται μια πρώτη φορά, κάπου εκεί κοντά στην εφηβεία, που ανοίγει ένα τεράστιο αδηφάγο στόμα γεμάτο υγρασία και κωλαράκια και θηλές από τη μια (χαμηλά, πιο χαμηλά, κατέβα νότια…) κι απ’ την άλλη ένα άλλο, αστείρευτη πηγή λαγνείας, ναι, μα και συναισθήματος και ιπποσύνης και μας καταπίνει. Η ανάγκη για έρωτα –όπως τον έχουμε ονειρευτεί στο χαζό μας κεφαλάκι–, μάς κοντρολάρει σαν διεστραμμένο τηλεχειριστήριο, σαν διαγονιδιακό πείραμα που πήγε στραβά…
Με τον καιρό μαθαίνουμε να κρύβουμε την ευπιστία μας ανάμεσα σε ασκήσεις αυτοέλεγχου, στρώματα μακιγιάζ, έξυπνα λόγια κι όμορφα ρούχα…Γιατί δεν το θέλουμε, σας τ’ όρκίζομαι πως δεν το θέλουμε. Μα βαφτιζόμαστε στην αφέλεια. Αντί να την εξορκίσουμε.
Και είναι πάντα εκεί.

*
Ανάβω τσιγάρο. Έξω στο μπαλκόνι. Η κάφτρα του λάμπει διαβολικά μέσα στη θολή νύχτα. Κρυμμένο πίσω της, το αλαφρόπιστο, εδώ και πολύ καιρό ευαπάτητο πρόσωπό μου. Ρωτώ τον εαυτό μου και καπνίζω, καπνίζω κι έχω το θράσος ν’ αναρωτιέμαι.
Τι ακριβώς αναρωτιέμαι, δεν μπορώ να σας το πω. Είναι ανάμεσα σ’ εμένα και σ’ Εκείνον, μεταξύ τής κάθε γυναίκας και σχεδόν του κάθε Άντρα που συναντά στο διάβα της…
Αλλά προφανώς το ξέρετε. Κι εσείς κι εγώ.
Ας μην αφήσουμε την όποια αλήθεια να μας χαλάσει την ψευδαίσθηση…

Dienstag, Oktober 13, 2009

TOM... WAITS...?



Ο Τομ περιμένει.
Ναι, κι αυτός ακόμα…
Πού και πού περιμένουν κι οι άντρες.
Με διαφορετικό τρόπο από τις γυναίκες
οι οποίες
περιμένουν το άλλο
περιμένουν το αλλού
σαν τη γάτα στα σκαλοπάτια
καθώς μια ηλιαχτίδα
πέφτει
αργά-αργά
πάνω τους

Μα Κυρίως
περιμένουν τον Κύριο
τον πωλητή ψευδαισθήσεων
το πλάσμα-φετίχ
κουλουριασμένες στη σιωπή
τυλιγμένες σε φωνές

Κοιμούνται με τα μάτια ανοιχτά
έναν ύπνο που πρέπει μόνες να υποφέρουν

Η αναμονή τις τρέφει
τις ντύνει
πληρώνει το νοίκι τους
διατηρεί την ύπαρξή τους ζωντανή

Περιμένουν
με προσήλωση
προσδοκία
αδημονία
απαντοχή
ανάμεσα σε ανώνυμες ματιές
άλλοτε ήρεμα
πάντα ματαίως
κι ως είναι επόμενον

δεν ξεχνούν ποτέ.

Freitag, Oktober 02, 2009

ΚΑΠΟΙΟΣ ΝΑ ΜΕ ΓΕΜΙΣΕΙ ΦΙΛΙΑ

«Άλλαξες σε μια μέρα μέσα», αποφαίνεται και με κοιτάζει λες και μόλις τού ’χα κλέψει τα ρούχα από το σχοινί της μπουγάδας.
Γεμίζω άλλο ένα ποτήρι με βότκα –νεράκι σημαίνει αυτό στα ρώσικα, Wässerchen– και νιώθω σαν να καλώ το διάβολο...
«Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι», λέω.
Αναρωτιέται ποια ήταν η μέρα η σημαδιακή.
Ξεχνάει. Ξεχνάει εύκολα. Δεν θυμάται που τού ’πα κάποτε, πως αν γουστάρω, μπορώ να εφεύρω μια καινούρια ζωή όχι σε μία, μα σε μισή ώρα μέσα.
Μιλάει για τα διαδικαστικά υπενθυμίζοντάς μου, ότι η ζωή μοιάζει συχνά με κακό γάμο. Μένεις για τα παιδιά.
*
Οι μέρες μικραίνουν και ψυχραίνουν. Γίνομαι παθιασμένη και ενοχλητική. Αυτά τα δύο είναι συχνά αξεχώριστα, σαν το σεξ και την ενοχή. Ζω νύχτες που δεν θέλω να τελειώσουν, γιατί φοβάμαι, πως με το πρώτο φως της μέρας –κι έχοντας γεμίσει το κενό τόσο εύκολα την προηγούμενη– θ’ αναγκαστώ να προσγειωθώ απότομα στην πραγματικότητα και θα πονέσω άγρια…
Μέχρι να ξημερώσει αυτή η μέρα όμως, θα συνεχίσω να σου κλέβω τα ρούχα από το σχοινί τής μπουγάδας. Κι εσένα, κι εσένα… Μέχρι το να πάρεις χαμπάρι, πως θέλω κάποιον να με γεμίσει φιλιά χωρίς νταραβέρια και συμφωνίες.

Αυτή είναι η τελευταία μου σκέψη πριν πάω να την πέσω, έχοντας κλείσει για ένα ακόμα βράδυ ειρήνη με τον εαυτό μου, κι ας ξέρω πως θα παραμείνω
ο αιώνιος
σκλάβος του.