
Έπεσα από τα σύννεφα όταν τον είδα. Δεν είχε παχύνει κι είχε ακόμα όλα τα μαλλιά στο κεφάλι του. Μα τίποτα, και κυρίως όχι η αλληλογραφία που διατηρούσαμε τους τελευταίους μήνες λες και ζούσαμε στον 19ο, δεν θα μπορούσε να μ’ έχει προετοιμάσει για το πρησμένο, γεμάτο ανοιχτούς πόρους πρόσωπό του, τα χέρια που έτρεμαν και τον τρόπο ομιλίας του. Σκέψη χωρίς συνοχή, κολλήματα, φαντασιοπληξίες, παραμιλητό. Το λένε ότι „το καις“ όταν πίνεις τόσα χρόνια τόσο πολύ, μα δεν το πολυπίστευα. Είναι όμως αλήθεια. Καίγεσαι. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο...
Προσπάθησε συγκινητικά να μοιραστεί πράγματα μαζί μου, από τις αναμνήσεις ενός κοινού παρελθόντος, μέχρι ηλιοβασιλέματα, φυλλάδια αριστεροαναρχικών -ΚΟΝΤΡΑ ΣΤΟΥΣ ΑΝΕΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ- και το λάιβ των Pantera στη nuclear χώρα -την Ιαπωνία, ντε-. Με κάλεσε στο πράγμα που αποκαλούσε σπίτι του, με πήρε μαζί του να ψωνίσει ναρκωτικά, με γνώρισε στις παρέες του.“Από ’δω η Πάτι. Ισχυρίζεται πως δεν έχει δει άλλον άνθρωπο σαν και μένα, τόσο συνεπή στην αυτοκαταστροφή του “, είπε, και τα κόκκινα μάτια του έλαμψαν από υπερηφάνεια. (Πάντα φταίνε διάφορα. Η οικογένεια, τα βιώματα, οι δουλειές με πέντε ευρώ την ώρα χωρίς ένσημα κι ο άπειρος ελεύθερος χρόνος, ο οποίος έχει αφανίσει περισσότερο κόσμο απ’ ότι όλες οι ντρόγκες και το οινόπνευμα μαζί. Μην τον αποζητάτε όσοι δεν τον έχετε. Μα ακόμα κι αν ξέρεις το πότε και το πώς, πάντα σου διαφεύγει ένα βραδύγλωσσο „γιατί“.)
Την τελευταία νύχτα τον άφησα στο λιμάνι του κολόνησου, ανάμεσα σε ρασταφάριανς και αγγλοσάξωνες με τρύπια παπούτσια να τραγουδάει με τη χαρακτηριστική βραχνή φωνή του τοπικά άσματα, ενώ μοιραζόταν με όλους κρασί από μια δίλιτρη πλαστική φιάλη νερού.
„Γι αυτές τις στιγμές ζω“, λέει. „Το ξέρω ότι με καταλαβαίνεις. Γι αυτό σ’ αγαπάω. Κι ας είσαι καβατζωμένη“.
Ήθελα να τον αρπάξω απ’ το λαιμό και να του πω, η αυτοκαταστροφή δεν σε κολακεύει, η αυτοκαταστροφή δεν σ’ εξυψώνει, κανείς δεν σ’ αγαπάει επειδή είσαι αυτοκαταστροφικός, αυτά τα πιστεύαμε στα είκοσι επειδή διαβάζαμε πολύ και τρέχαμε κάθε λίγο και λιγάκι στους κινηματογράφους. Η αυτοκαταστροφή δεν σε τυλίγει σε αχλύ δόξας. Απλά γαμάει εσένα και τους γύρω σου!
Μα εκείνος συνέχιζε:
„Τό ’πε κι ο Jesus και κανείς δεν το πήρε χαμπάρι, είμαστε οι Υιοί του Θεού, yo, what the fuck, όλ’ αυτά τα ζώα που έχουν τα μέσα τους πόρους και τη βούληση να μας καταστήσουν σαν τα άρρωστα μούτρα τους διότι μόνο έτσι μπορούν να μας κυβερνούν θα φαν τ’ α.....α μας. Φαε τ’ α.....α μου ρε βλάκα γιατί εγώ έχω κάτι που δεν πουλιέται μαλάκα σπάω πλάκα κι όταν τη βρεις εγώ θα φύγω μακριά ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ ΟΛΚΗΣ!“
Κι έτσι δεν έβγαλα λέξη.
Ένα κορίτσι ντυμένο άντρας χόρευε ένα ατέλειωτο ταγκό με μια πάνινη κούκλα, ένα glass bottom boat λικνιζόταν στο κύμα κι εγώ αποχαιρετούσα τον Σάκη κλεισμένη στην αγκαλιά του, ξέροντας πως δεν θα τον ξαναδώ.

5 Kommentare:
Μολις διάβασα το κείμενο σου με πήραν τα κλάματα. Το ξέρω αυτό που περιγράφεις. Το ξέρω καλά. Το ζω κάθε μέρα. Ο φίλος μου "πίνει" και δεν ξέρω πως να το βοηθήσω.
Γεια σου, oscoul.
Δεν ξέρω αν μπορείς να βοηθήσεις... Δεν είναι σίγουρο ότι θέλει να βοηθηθεί άλλωστε... Ίσως ίδιος να μην λυπάται καθόλου. Μπορεί να είναι μια χαρά μέσα σ'αυτό.Οχυρωνόμαστε πίσω από διάφορα όλοι μας. Ο φίλος σου διάλεξε το δικό του ανάχωμα...
σου εχω παιχνιδι και βραβειο ;)))
... δύσκολες καταστάσεις, μα πως να βοηθήσεις αυτόν που δε θέλει να βοηθηθεί; Και άραγε, μπορεί ο καθένας να βοηθήσει?...
Ο καθένας επιλέγει το δρόμο του...
ο καθένας διαλέγει το μονοπάτι της αυτοκαταστροφής του.
βλέπω κάτι κυριλέδες με κουστούμια κι απολυμασμένη ζωή, που νομίζουν πως έπιασαν κάτι πολύ μακρινό για μας τους υπόλοιπους αλλά ξέχασα πως στο βωμό αυτό θυσίασαν όλον τους τον εαυτό κι αναρωτιέμαι το ίδιο.
στην ταινία "ωραία κοιμωμένη" λέει:
Τακτοποιούσαα βιβλία μου,
όταν παρατήρησα ένα βιβλίο που μου το είχε δώσει κάποτε
ο αδελφός μου, για τα γενέθλιά μου.
Μια συλλογή από μικρές ιστορίες.
Άρχισα να ξαναδιαβάζω μία από αυτές τις ιστορίες.
Πρόκειται για έναν άντρα που ξυπνάει ένα πρωί και δεν μπορεί να
σηκωθεί από το κρεβάτι.
Κλείνει τα μάτια του από
ένστικτο αυτοσυντήρησης.
Επανεξετάζει τη ζωή του και τον πιάνει
μια υπερδιέγερση.
Τα μαζεύει όλα, κόβει κάθε δεσμό, και διακόπτει την επαφή με
όλους όσους γνωρίζει επειδή τον παραλύουν.
Μαζεύει τα χρήματά του και πηγαίνει στη Ρώμη.
Θέλει να θαφτεί κάτω από τη γη,
όπως οι βολβοί και οι ρίζες.
Αλλά ακόμη και στη Ρώμη,
δεν μπορεί να αποδράσει από το παρελθόν του. Οπότε, αποφασίζει να επιστρέψει στην
πόλη όπου γεννήθηκε και μορφώθηκε, αλλά δεν βρήκε τη δύναμη να
την ονομάσει πατρίδα του.
Ωστόσο, η επιστροφή δεν τον βοήθησε.
Νιώθει ότι δεν έχει πια το δικαίωμα
να επιστρέψει, παρά μόνο νεκρός.
Τι μπορεί να κάνει λοιπόν;
Τότε παίρνει μια ακραία απόφαση.
Δε θέλει τίποτα λιγότερο,
από έναν καινούργιο κόσμο, μια καινούργια γλώσσα.
Τίποτα δεν αλλάζει όμως.
Από απόγνωση, κι επειδή δεν μπορεί
να βρει κάτι καλύτερο να κάνει, αποφασίζει για άλλη μια φορά
να εγκαταλείψει την γενέτειρά του, να περιπλανηθεί
κάνοντας οτοστόπ.
Κάποιος τον παίρνει,
ταξιδεύουν όλη τη νύχτα, όταν, ξαφνικά το αυτοκίνητο
τρακάρει σ' ένα τοίχο.
Ο οδηγός σκοτώνεται, και
ο άνθρωπός μας νοσηλεύεται με πολλαπλά κατάγματα.
Οι μήνες περνούν, και
οι πληγές του επουλώνονται.
Τώρα, θέλει να ζήσει.
Αποκτά αυτοπεποίθηση σε πράγματα που δεν
δεν μπορεί να εξηγήσει.
Όπως για παράδειγμα, οι πόροι
στο δέρμα του και η υλική υπόσταση.
Δεν βλέπει την ώρα να
βγει απ' το νοσοκομείο μακριά από την κόλαση και
τους άρρωστους που πεθαίνουν.
"Σήκω και περπάτα. κανένα απ’ τα οστά σου
δεν έχει σπάσει!"
Τέλος.
Όταν ξαναδιάβασα αυτές τιςλέξεις,"Σήκω και περπάτα, κανένα απ' τα οστά σου δεν έχει σπάσει" ένιωσα μια τρομερή θλίψη.
Ξέρεις πώς ξεκινάει
αυτή η ιστορία;
"Όταν ένας άντρας
μπαίνει στα τριάντα του, ο κόσμος εξακολουθεί
να τον αποκαλεί νέο. "30!
Μου έδωσαν αυτό το βιβλίο
στα τριακοστά μου γενέθλια.
"Το τριακοστό έτος",
του Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν.
Οπότε, είχα ακούσει, μου είχαν πει, το ήξερα από μόνος μου, ακόμα
κι αν δεν το είχα συνειδητοποιήσει.
Οι μεγάλες αλήθειες,
δεν είναι απροσδόκητες.
Και τι έκανα μετά;
Συνέχισα να ζω,
να ζω όμορφα.
Ήμασταν ένα ευτυχισμένο
ζευγάρι, η Ελίζαμπεθ κι εγώ.
Αλλά στην πραγματικότητα δεν έτρεφα στοργικά
αισθήματα για τη γυναίκα μου, ούτε και για
τους φίλους μου, ακόμα και για
τα παιδιά μου.Απλώς συνέχισα να ζω. Είχα πάντα επιτυχίες.
Είχα τον τρόπο μου.Αλλά με κάθε νέο βήμα,ήμουν επιφυλακτικός, κρατούσα πάντα αμυντική στάση. Και σήμερα,απόψε, για πρώτη φορά
στη ζωή μου, ομολογώ ότι τα οστά μου
είναι σπασμένα. Σπασμένα.
Kommentar veröffentlichen